Κυκλοφορεί αρκετά η φημολογία ότι στον άγαμο κλήρο είναι συχνή η ύπαρξη προσώπων με ομοφυλοφιλικό προσανατολισμό ή και με ομοσεξουαλική δραστηριότητα, ιδίως στα αστικά κέντρα.

Η φημολογία αυτή δεν είναι καινούργια, έχει όμως ενταθεί τα τελευταία χρόνια, αφενός λόγω της ανάπτυξης του διαδικτύου και αφετέρου λόγω της δημοσιότητας που πήραν ορισμένα περιστατικά ιερέων που αποσχηματίστηκαν. Κάθε τέτοιο περιστατικό που έρχεται στο φως της δημοσιότητας ταράζει τη ζωή της ενορίας, της μητρόπολης, της Εκκλησίας ολόκληρης. “Όταν πάσχει ένα μέλος, συμπάσχουν όλα τα μέλη…”

Δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία για την σεξουαλική δραστηριότητα του Ορθόδοξου κλήρου. Υπάρχουν όμως ιστορίες που λίγο ή πολύ μεταφέρονται από στόμα σε στόμα.

Τέτοια ήταν η ιστορία του Αριστοτέλη, ενός ομοφυλόφιλου φοιτητή, που γνώρισα στο κατηχητικό που πήγαινα. Ήταν καινούργιος στην παρέα μας και προσπάθησα να τον πλησιάσω και να τον κάνω να νιώσει άνετα. Και όντως ένιωσε άνετα. Και όταν τον ρώτησα πώς ήρθε στο κατηχητικό μας, μου είπε πως του το πρότεινε ένας ιερέας που τον γνώρισε μέσω μιας εφαρμογής γνωριμιών για άντρες.

Τέτοια ήταν και η ιστορία του Βασίλη, ο οποίος ενώ είχε κάποιες εμπειρίες με κάποιο αγόρι στην εφηβεία του, επέλεξε να γίνει άγαμος ιερέας και χειροτονήθηκε σε νεαρή ηλικία. Μέχρι που πρόσφατα γράφτηκε σε ένα δίκτυο και άρχισε να κάνει γνωριμίες…

Τέτοια είναι και η ιστορία του Μιχάλη από την Πελοπόννησο, ο οποίος είχε έντονη σεξουαλική ζωή αλλά για κάποιο λόγο επέλεξε να χειροτονηθεί διάκονος. Μετά από ελάχιστα χρόνια, ξανάρχισε τις ίδιες δραστηριότητες.

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί κανείς να εξάγει γενικά συμπεράσματα από μεμονωμένα περιστατικά, όπως αυτά, για τη συχνότητα αυτών των αντικανονικών πράξεων στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αντίθετα, στη ρωμαιοκαθολική ομολογία, όπου η αγαμία είναι υποχρεωτική, έχουν διεξαχθεί εκτεταμένες έρευνες για τη σεξουαλική δραστηριότητα των ιερέων. Η πιο γνωστή είναι η μελέτη του Robert Sipe, ο οποίος μελέτησε τη σεξουαλική ζωή 1.500 ρωμαιοκαθολικών κληρικών. O Sipe εκτίμησε ότι σε κάθε δεδομένη περίοδο μόνο οι μισοί ιερείς τηρούσαν τον όρκο της αγαμίας που είχαν δώσει. Αντίθετα, ένα 30% των ιερέων είχαν σχέσεις με γυναίκες, ένα 15% είχαν σχέσεις με άντρες, ενώ ένα 6% κακοποιούσε ανήλικους/ες!

Μπορούμε να έχουμε τη βεβαιότητα ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου η αγαμία του κλήρου δεν είναι υποχρεωτική, δεν υπάρχουν αυτά τα τρομακτικά ποσοστά. Ωστόσο, μπορούν να χρησιμεύσουν ως παράδειγμα προς αποφυγή και να αποτελέσουν οδηγό τόσο για τους επισκόπους και τους ιερείς, όσο και για τους νέους που ενδιαφέρονται να ενταχθούν στον ιερό κλήρο.

Όπως είναι γνωστό, η ιερωσύνη είναι μυστήριο της Εκκλησίας μας. Για την ακρίβεια, είναι προαιρετικό μυστήριο, που σημαίνει ότι δεν είναι υποχρεωτικό για την σωτηρία μας. Είναι αντίθετα απαραίτητο και συντελεστικό για την σωτηρία του λαού του Θεού. Η ιερωσύνη λοιπόν είναι ένα μυστήριο το οποίο δεν γίνεται τόσο για τον κληρικό όσο για χάρη της όλης Εκκλησίας.

Για τον λόγο αυτόν, η Εκκλησία ήδη από την πρωτοχριστιανική εποχή έχει ορίσει κανόνες που πρέπει να τηρούνται για την επιλογή των κληρικών. Έτσι, ο 61ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων ορίζει:

Αν κάποιος Πιστός κατηγορηθεί για προγαμιαίες σχέσεις ή εξωσυζυγικές σχέσεις ή κάποια άλλη απαγορευμένη πράξη και μετά από εξέταση η κατηγορία αυτή κριθεί ακριβής, να μην προάγεται στον κλήρο.

Παρόμοια, ο 36ος Κανόνας του Αγίου Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως διευκρινίζει πως “δεν πρέπει να χειροτονείται οποιοσδήποτε έχει έρθει σε σεξουαλικές σχέσεις εκτός γάμου έστω και μία φορά στη ζωή του”.

Η υποχρέωση αυτού του ελέγχου ανήκει στους επισκόπους, οι οποίοι κατά τον 9ο Κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου δεν έχουν το δικαίωμα να παραβλέπουν το καθήκον τους και να κρίνουν αντίθετα με τους κανόνες. “Όποιοι προήχθησαν στην τάξη του Πρεσβυτέρου χωρίς εξέταση, ή αφού εξετάστηκαν ομολόγησαν τα αμαρτήματά τους και παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι κινήθηκαν παρά τον κανόνα και τους χειροτόνησαν, αυτούς ο Κανόνας δεν τους δέχεται. Γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία διεκδικεί το ανεπίληπτο για τους ιερείς της”.

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι οι επίσκοποι πρέπει να προβαίνουν σε λεπτομερή εξέταση των υποψηφίων κληρικών και μόνο αφού βεβαιωθούν για το ανεπίληπτο της ζωής τους να προβαίνουν στη χειροτονία τους. Αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει οι επίσκοποι να ενεργούν πρωτίστως σαν πατέρες και να αναπτύσσουν φιλική σχέση με τους υποψηφίους κληρικούς.

Αλλά πατρική σχέση πρέπει να έχουν οι επίσκοποι και με τους υπάρχοντες κληρικούς τους και, ει δυνατόν, να τους εξομολογούν οι ίδιοι τακτικά και να φροντίζουν για την πνευματική τους πορεία. Η δύναμη της σχέσης της πατρικής υιότητας είναι τεράστια και εξόχως συντελεστική στον αγώνα για την κατάκτηση της αγνότητας.

Παράλληλα, ο ίδιος ο κληρικός θα πρέπει να είναι αυστηρός με τον εαυτό του και αδιαπραγμάτευτος στον αγώνα της εγκράτειας. Οποιαδήποτε υποχώρηση θα πρέπει να την εξομολογείται αμέσως και να λαμβάνει το κανονικό επιτίμιο με ευχαριστία, ώστε η αμυχή να μην γίνει τραύμα και πληγή χαίνουσα.

Τέλος, ο νέος που σκέφτεται τον δρόμο της ιερωσύνης, θα πρέπει να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, να φοβάται τον Θεό που ποθεί να υπηρετήσει και να μην προχωρά στην επιδίωξη της ιερωσύνης, αν έχει οτιδήποτε το “κατά νόμους κωλύον”. Το να πιστέψουμε ότι ο πονηρός μάς πολέμησε και κατάφερε να μας ρίξει ως λαϊκούς αλλά θα μας αφήσει ήσυχους ως κληρικούς είναι μεγάλη πλάνη. Ο πονηρός στοχεύει κυρίως τους κληρικούς, γιατί ξέρει ότι δι’ αυτών μπορεί να πλήξει όλη την Εκκλησία.

Γι’ αυτό ο υποψήφιος κληρικός, ομοφυλόφιλος ή ετεροφυλόφιλος, πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τους ιερούς κανόνες και πρωτίστως να τους πιστεύει. Γιατί αν δεν τους πιστεύει, τότε στερείται άξονα αναφοράς.

Τέλος, και εμείς οι πιστοί που γινόμαστε μάρτυρες τέτοιων περιστατικών, πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε με συναίσθηση ότι οι ιερείς δεν είναι απαλλαγμένοι από τον πόλεμο του πονηρού, και δη τον σαρκικό, και να προσευχόμαστε για αυτούς, ώστε να τους ελεήσει ο Θεός.

Κλείνοντας, να αναφέρουμε πως σύμφωνα με τη μελέτη του Sipe, οι ιερείς που βιώνουν ομόφυλες έλξεις δεν έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να προδώσουν την υπόσχεση της αγαμίας από τους ιερείς που βιώνουν ετερόφυλες έλξεις. Και επιπλέον να σημειώσουμε πως σύμφωνα με την ίδια μελέτη οι ιερείς που καταφέρνουν να ανταποκριθούν στην υπόσχεσή τους, παρουσιάζουν τέσσερα απαραίτητα χαρακτηριστικά:

  • δομημένο πρόγραμμα προσευχής
  • παραγωγική εργασία
  • βαθιά αίσθηση κοινότητας
  • και αφοσίωση στην διακονία.

Αλλά αυτά είναι τέσσερα στοιχεία που πρέπει να διακρίνουν όχι μόνο τους άγαμους ιερείς αλλά και όλους όσοι αγωνιζόμαστε για την κατάκτηση της αγνότητας.

Εγγραφή
Θέλω να ενημερώνομαι για
guest
2 Σχόλια
Inline Feedbacks
Προβολή όλων των σχολίων
andydimitri
andydimitri
18 Φεβρουαρίου 2020 8:45 ΠΜ

Δεν είναι ακριβώς έτσι. Ομοφυλοφιλία και Χριστιανισμός (δηλ. και Χριστός) είναι πράγματα ασύμβατα. Για να σε δεχτεί η εκκλησία σε περίπτωση που έχεις ομόφιλες (ή, και ομόφιλες) τάσεις θα πρέπει να είσαι σε μια δια βίου εγκράτεια – σεξουαλική αποχή -, με άλλα λόγια ο Χριστός σε απορρίπτει για κάτι που δε σου δώθηκε καν επιλογή να διαλέξεις, σε απορρίπτει γι’ αυτό που είσαι. Κι αν πεις ότι έτσι είσαι, θα σου πει ο άλλος ότι “ο πονηρός σε απάτησε και σε έκανε να το πιστέψεις”. Η ομοφυλοφιλία δεν είναι θέμα κακού ή καλού ούτε έχει σχέση με την αμαρτία ή με αρετή, είναι θέμα του αν έχεις το θάρρος να αποδεχτείς τον εαυτό σου γι αυτό που είσαι και να βαστάξεις το βάρος του θρησκευτικού και κοινωνικού στιγματισμού.

Χάρις
Χάρις
Διαχειριστής
Απάντηση προς  andydimitri
18 Φεβρουαρίου 2020 9:54 ΠΜ

Κάπου τα μπερδεύετε. Η διά βίου εγκράτεια είναι κάτι που σαφώς σού δίνεται η επιλογή να το διαλέξεις. Τις έλξεις σου δεν τις διαλέγεις αλλά το τι θα τις κάνεις το διαλέγεις. Αυτό που λέει το άρθρο δεν είναι ότι ομοφυλοφιλία και χριστιανισμός είναι ασύμβατα αλλά ότι ομοσεξουαλικές σχέσεις και ιερωσύνη είναι ασύμβατες, όπως ακριβώς και οι ετεροσεξουαλικές σχέσεις εκτός γάμου. Θα μου πείτε ότι οι ετεροφυλόφιλοι μπορούν τουλάχιστον να παντρευτούν, αλλά στο συγκεκριμένο κείμενο μιλάμε για την ιερωσύνη και στην τελική κανένας δεν σε υποχρεώνει να γίνεις ιερέας.

Θα ήταν ίσως χρήσιμο να βγουν κάποιοι ιερείς και να μιλήσουν για τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό και για τον ισόβιο αγώνα τους για την παρθενία. Είναι όμως λάθος να ανάγουμε τον εαυτό μας σε “προστατευόμενο είδος”, τη στιγμή που τόσοι ετεροφυλόφιλοι αδελφοί μας επιλέγουν να αγωνίζονται ακριβώς για τα ίδια πράγματα. Γιατί στην τελική ο ισχυρισμός ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν μπορούμε να αγωνιστούμε για την εγκράτεια όπως κάνουν οι ετεροφυλόφιλοι είναι απλά σύμπτωμα εσωτερικευμένης ομοφοβίας.