Γιατί η έννοια του σεξουαλικού προσανατολισμού δεν είναι και τόσο χρήσιμη

1
CC (BY-SA) masterdesigner

Η κατανομή των σεξουαλικών επιθυμιών και οι αλλαγές της μέσα στο χρόνο

Όπως και αν αναπτύσσονται οι σεξουαλικές επιθυμίες και τα σεξουαλικά ενδιαφέροντα, υπάρχει ένα σχετικό θέμα το οποίο συζητούν οι επιστήμονες: αν οι σεξουαλικές επιθυμίες και έλξεις τείνουν να παραμένουν σταθερές και απαράλλακτες κατά τη διάρκεια της ζωής ενός προσώπου, ή αν είναι ρευστές και υποκείμενες σε αλλαγή μέσα στο χρόνο, αλλά τείνουν να σταθεροποιούνται μετά από μια συγκεκριμένη ηλικία ή αναπτυξιακή περίοδο. Οι θιασώτες της θεωρίας «born this way» ενίοτε ισχυρίζονται ότι το πρόσωπο όχι μόνο γεννάται με έναν σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά πως αυτός ο προσανατολισμός είναι αμετάβλητος, είναι σταθερός για μια ζωή.

Υπάρχουν πλέον σημαντικές επιστημονικές αποδείξεις ότι οι σεξουαλικές επιθυμίες, έλξεις, συμπεριφορές, ή ακόμη και ταυτότητες, μπορούν να αλλάζουν μέσα στο χρόνο. Τέτοια ευρήματα μπορούμε να ανακαλύψουμε στην πιο ολοκληρωμένη μέχρι στιγμής μελέτη της σεξουαλικότητας, την Εθνική Έρευνα Υγείας και Κοινωνικής Ζωής (NORC) του 1992. Σύμφωνα με δεδομένα από την έρευνα NORC, η εκτιμώμενη συχνότητα της μη-ετεροφυλοφιλίας, ανάλογα με το πώς αυτή ορίζεται και με το αν τα υποκείμενα ήταν άνδρες ή γυναίκες, κυμαινόταν από σχεδόν 1% έως 9%.

Η έρευνα NORC πρότεινε ακόμη τρόπους με τους οποίους οι σεξουαλικές συμπεριφορές και ταυτότητες μπορούν να ποικίλουν σημαντικά κάτω από διαφορετικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές περιστάσεις. Π.χ. τα ευρήματα αποκάλυψαν μια ευμεγέθη διαφορά στα ποσοστά της ανδρικής ομοσεξουαλικής συμπεριφοράς μεταξύ ατόμων που έζησαν την εφηβεία τους στην επαρχία, σε σύγκριση με τις μεγάλες μητροπόλεις της Αμερικής, υποδηλώνοντας την επίδραση του κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος. Ενώ μόνο το 1,2% των ανδρών που είχαν περάσει την εφηβεία τους στην επαρχία απάντησαν ότι είχαν μία ομοσεξουαλική επαφή τη χρονιά της έρευνας, εκείνοι που πέρασαν την εφηβεία τους στις μητροπόλεις ήταν σχεδόν τέσσερις φορές πιθανότερο (4,4%) να αναφέρουν ότι είχαν μια τέτοια εμπειρία. Από αυτά τα δεδομένα, δεν μπορούμε να συνάγουμε διαφορές μεταξύ των δύο περιβαλλόντων όσον αφορά τον επιπολασμό των σεξουαλικών ενδιαφερόντων ή έλξεων, αλλά τα δεδομένα δείχνουν διαφορές όσον αφορά τις σεξουαλικές συμπεριφορές. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι οι γυναίκες που πήγαν στο πανεπιστήμιο ήταν εννιά φορές πιο πιθανό να αυτοπροσδιορίζονται ως λεσβίες από τις γυναίκες που δεν πήγαν.

Επιπλέον, άλλες έρευνες πληθυσμού προτείνουν ότι η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να είναι ρευστή για ένα αξιοσημείωτο αριθμό ατόμων, ειδικά μεταξύ των εφήβων καθώς ωριμάζουν περνώντας στα πρώτα στάδια της ενήλικης ανάπτυξης. Σε αυτό τον τομέα, οι ετερόφυλες έλξεις και η ετεροφυλοφιλική ταυτότητα τείνουν να είναι πολύ πιο σταθερές από τις ομόφυλες ή αμφίφυλες έλξεις και τις αντίστοιχες ταυτότητες. Αυτό υποδηλώνεται από τα δεδομένα της Εθνικής Επιδημιολογικής Μελέτης Υγείας από την Εφηβεία στην Ενηλικότητα (μελέτη «Add Health»). Αυτή η μελέτη ενός εθνικώς αντιπροσωπευτικού δείγματος Αμερικανών εφήβων ξεκίνησε το σχολικό έτος 1994-1995 με μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου και ακολούθησε την κοορτή μέχρι τα πρώτα χρόνια της ενηλικότητας, με τέσσερις διαδοχικές συνεντεύξεις (αναφερόμενες στη βιβλιογραφία ως Κύμα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, IV). Η πιο πρόσφατη ήταν το 2007-2008, όταν το δείγμα ήταν 24 έως 32 ετών.

Οι ομόφυλες και αμφίφυλες ρομαντικές έλξεις ήταν αρκετά συχνές στο πρώτο κύμα της έρευνας, περίπου στο 7% των αγοριών και το 5% των κοριτσιών. Ωστόσο, το 80% των εφήβων αγοριών που είχαν αναφέρει ομόφυλες έλξεις στο Κύμα I αργότερα στο Κύμα IV αυτοπροσδιορίζονταν αποκλειστικά ως ετεροφυλόφιλοι. Παρόμοια, από τα έφηβα αγόρια που στο Κύμα I ανέφεραν ρομαντική έλξη προς αμφότερα τα φύλα, περισσότερα από το 80% ανέφεραν ότι δεν είχαν καμία ομόφυλη ρομαντική έλξη στο Κύμα ΙΙΙ. Τα δεδομένα για τα κορίτσια που συμμετείχαν ήταν παρόμοια αν και λιγότερο χτυπητά. Από τα έφηβα κορίτσια που είχαν αμφίφυλες έλξεις στο Κύμα Ι, περισσότερα από τα μισά ανέφεραν αποκλειστική έλξη προς τα αγόρια στο Κύμα ΙΙΙ.

CC (BY-ND) torbakhopper

Ο J. Richard Udry, διευθυντής της Add Health για τα κύματα Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, ήταν από τους πρώτους που υπογράμμισε την ρευστότητα και αστάθεια των ρομαντικών έλξεων μεταξύ των δύο πρώτων κυμάτων. Ανέφερε ότι μεταξύ αγοριών που ανέφεραν ρομαντική έλξη μόνο για τα αγόρια και ποτέ για τα κορίτσια στο Κύμα Ι, το 48% στο Κύμα ΙΙ ανέφερε μόνο ετερόφυλες έλξεις, το 35% ανέφερε ότι δεν ελκυόταν από κανένα φύλο, το 11% ανέφερε αποκλειστικά ομόφυλες έλξεις και το 6% ανέφερε έλξη προς αμφότερα τα φύλα.

Οι Ritch Savin-Williams και Geoffrey Ream δημοσίευσαν το 2007 μία ανάλυση των δεδομένων των Κυμάτων I έως III της μελέτης Add Health. Οι μετρήσεις που χρησιμοποιήθηκαν από τη μελέτη συμπεριελάμβαναν το αν τα άτομα είχαν ποτέ ρομαντική έλξη για ένα συγκεκριμένο φύλο, τη σεξουαλική συμπεριφορά και τη σεξουαλική ταυτότητα. Οι ερευνητές συμπεραίνουν: «Όλες οι κατηγορίες έλξεων πέρα από τις ετερόφυλες συνδέονταν με χαμηλότερη πιθανότητα σταθερότητας μέσα στο χρόνο. Δηλαδή τα άτομα που ανέφεραν οποιαδήποτε ομόφυλη έλξη ήταν πιο πιθανό να αναφέρουν επακόλουθες μεταβολές στις έλξεις τους από ό,τι τα άτομα που δεν είχαν καμία ομόφυλη έλξη».

Οι συγγραφείς σημείωσαν επίσης τη δυσκολία που παρουσιάζουν αυτά τα δεδομένα για τον ορισμό του σεξουαλικού προσανατολισμού και την ταξινόμηση των ατόμων σε τέτοιες κατηγορίες: «το κρίσιμο ζήτημα είναι αν το να έχεις «οποιαδήποτε» ομόφυλη σεξουαλικότητα αναγνωρίζεται ως μη-ετεροφυλοφιλία. Το ερώτημα τι βαθμός από κάθε μέτρηση πρέπει να είναι υπαρκτός για να γείρει την πλάστιγγα από τον ένα σεξουαλικό προσανατολισμό σε έναν άλλον δεν επιλύεται με τα υπάρχοντα δεδομένα, παρά μόνο φαίνεται πως αυτές οι αποφάσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρον με όρους επιπολασμού». Οι συγγραφείς πρότειναν ότι οι ερευνητές μπορούν να «εγκαταλείψουν εντελώς τη γενική έννοια του σεξουαλικού προσανατολισμού και να αξιολογήσουν μόνο εκείνα τα στοιχεία που σχετίζονται με το ερώτημα της έρευνας».

Μια άλλη προοπτική μελέτη 10.515 νέων (3.980 αγοριών, 6.535 κοριτσιών) από τον βιοστατιστικολόγο Miles Ott κ.ά. κατέδειξε ευρήματα αλλαγής του σεξουαλικού προσανατολισμού στους εφήβους που είναι συμφωνα με τα ευρήματα των δεδομένων της Add Health, υποδεικνύοντας και πάλι τη ρευστότητα και πλαστικότητα των ομόφυλων έλξεων μεταξύ πολλών εφήβων.

Δυστυχώς, βέβαια, η μελέτη Add Health δε φαίνεται να περιέχει τα δεδομένα που θα μας επέτρεπαν μια ερμηνεία για τους λόγους αυτών των μεταβολών. Μπορεί να πρόκειται για ένα συνδυασμό παραγόντων που συμβάλλουν στις διαφορές μεταξύ των δεδομένων Κύματος I και Κύματος IV. Π.χ., μπορεί να υπάρχουν έφηβοι που απάντησαν ανακριβώς τις ερωτήσεις για το σεξουαλικό προσανατολισμό στο Κύμα I, κάποιοι ανοιχτά μη ετεροφυλόφιλοι έφηβοι μπορεί αργότερα να «ξαναμπήκαν στο ντουλάπι» και κάποιοι έφηβοι μπορεί να βίωσαν μη ετερόφυλες έλξεις πριν από το Κύμα Ι, οι οποίες εν πολλοίς είχαν εξαφανιστεί μέχρι το Κύμα IV. Μία διαφορετικά σχεδιασμένη προοπτική μελέτη που παρακολουθεί συγκεκριμένα άτομα κατά την εφηβική και ενήλικη ανάπτυξή τους μπορεί να ρίξει περισσότερο φως στα ζητήματα αυτά.

Ενώ, όμως, οι ασάφειες στον ορισμό και το χαρακτηρισμό της σεξουαλικής επιθυμίας και του σεξουαλικού προσανατολιισμού δυσκολεύει τη μελέτη των αλλαγών της σεξουαλικής επιθυμίας, τα δεδομένα από αυτές τις μεγάλες, εθνικές έρευνες πληθυσμού ενός τυχαία επιλεγμένου δείγματος προτείνουν ότι και οι τρεις διαστάσεις της σεξουαλικότητας –το συναίσθημα, η συμπεριφορά και η ταυτότητα– μπορεί να αλλάξουν μέσα στο χρόνο σε κάποιους ανθρώπους. Δεν είναι ξεκάθαρο και η σύγχρονη έρευνα δεν εξετάζει το αν και κατά πόσο παράγοντες υποκείμενοι στο βουλητικό έλεγχο –π.χ. η επιλογή των σεξουαλικών συντρόφων ή των σεξουαλικών συμπεριφορών– μπορούν να επηρεάσουν αυτές τις αλλαγές μέσω της μάθησης και άλλων μηχανισμών που είναι χαρακτηριστικοί στις συμπεριφορικές επιστήμες.

CC (BY-SA) masterdesigner

Διάφοροι ερευνητές έχουν προτείνει ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός και οι σεξουαλικές έλξεις μπορεί να είναι ιδιαίτερα εύπλαστες για τις γυναίκες. Λ.χ. η Lisa Diamond υποστήριξε το 2008 στο βιβλίο της Σεξουαλική Ρευστότητα, βασισμένη σε έρευνες δικές της και πολλών άλλων, ότι «η γυναικεία σεξουαλικότητα είναι θεμελιωδώς πιο ρευστή από την ανδρική, επιτρέποντας μεγαλύτερη μεταβλητότητα στην ανάπτυξή της και την έκφρασή της στη διάρκεια της ζωής».

Οι πενταετείς διαχρονικές συνεντεύξεις της Diamond με γυναίκες που είχαν σεξουαλική σχέση με άλλες γυναίκες ρίχνει κι άλλο φως στα προβλήματα της έννοιας του σεξουαλικού προσανατολισμού. Σε πολλές περιπτώσεις, οι γυναίκες στην έρευνά της ανέφεραν ότι δε σκόπευαν τόσο να δημιουργήσουν μια ομοφυλοφιλική σεξουαλική σχέση αλλά βίωσαν απλά μια σταδιακή αύξηση της συναισθηματικής εγγύτητας με μια γυναίκα που τελικά οδήγησε σε σεξουαλική σχέση. Κάποιες από αυτές τις γυναίκες απέρριπταν τους όρους «λεσβία», «straight» ή «bisexual» ως άσχετους με τη βιωμένη εμπειρία τους. Σε μια άλλη μελέτη, η Diamond θέτει υπό αμφισβήτηση τη χρησιμότητα της έννοιας του σεξουαλικού προσανατολισμού, ειδικά όσον αφορά τις γυναίκες. Επισημαίνει ότι, εφόσον η νευρολογική βάση του δεσμού γονέα-παιδιού –συμπεριλαμβανομένου του δεσμού με τη μητέρα– σχηματίζει τμήμα τουλάχιστον της βάσης των συναισθηματικών δεσμών στην ενήλικη ζωή, δε θα ήταν παράξενο για μια γυναίκα να βιώσει συναισθηματικές έλξεις για μια άλλη γυναίκα χωρίς απαραίτητα να θέλει να αποκτήσει σεξουαλική σχέση μαζί της. Η έρευνα της Diamond δείχνει ότι αυτού του είδους οι σχέσεις σχηματίζονται συχνότερα από ό,τι συνήθως αναγνωρίζουμε, ιδιαίτερα μεταξύ γυναικών.

Κάποιοι ερευνητές έχουν ακόμη προτείνει ότι η σεξουαλικότητα των ανδρών είναι πιο ρευστή απ’ ό,τι προηγουμένως θεωρούταν. Π.χ. η Diamond παρουσίασε το 2014 ένα έγγραφο εργασίας, βασισμένο στα αρχικά αποτελέσματα μιας έρευνας 394 ανθρώπων με τίτλο «Έκανα λάθος! Και οι άντρες μια χαρά σεξουαλικά ρευστοί είναι!». Η Diamond στήριξε αυτό το συμπέρασμα σε μια έρευνα ανδρών και γυναικών ηλικίας 18 έως 35 ετών, που ερωτήθηκαν για τις σεξουαλικές τους έλξεις και τις αυτοπεριγραφόμενες ταυτότητές τους σε διαφορετικά στάδια της ζωής τους.

Η έρευνα βρήκε ότι το 35% των αυτοπροσδιοριζόμενων ομοφυλόφιλων ανδρών ανέφεραν ότι είχαν βιώσει ετερόφυλες έλξεις κατά το τελευταίο έτος και το 10% των αυτοπροσδιοριζόμενων ομοφυλόφιλων ανδρών ανέφεραν ετεροφυλοφιλική σεξουαλική συμπεριφορά κατά την ίδια περίοδο. Επιπλέον, ίδιος ήταν ο αριθμός των ανδρών που μετακινήθηκε κάποια στιγμή της ζωής του από την ομοφυλοφιλική σε μια αμφισεξουαλική, queer ή μη προσδιοριζόμενη ταυτότητα και ο αριθμός αυτών που κινήθηκαν από την αμφισεξουαλική στην gay ταυτότητα.

Σε ένα άρθρο ανασκόπησης του 2012 με τίτλο «Μπορούμε να αλλάξουμε σεξουαλικό προσανατολισμό» δημοσιευμένο στην Επιθεώρηση Σεξουαλικής Συμπεριφοράς, ο ψυχολόγος Lee Beckstead έγραψε: «Αν και η σεξουαλική συμπεριφορά, η σεξουαλική ταυτότητα και οι σεξουαλικές έλξεις μπορεί να αλλάξουν κατά τη διάρκεια της ζωής τους, αυτό μπορεί να μην καταδεικνύει μια αλλαγή στο σεξουαλικό προσανατολισμό… αλλά μια αλλαγή στη συνειδητότητα και μια διεύρυνση της σεξουαλικότητας«. Δεν ξέρουμε πώς να ερμηνεύσουμε αυτό τον ισχυρισμό – ότι η σεξουαλική συμπεριφορά, ταυτότητα και έλξη μπορεί να αλλάζει αλλά αυτό να μην υποδεικνύει απαραίτητα μια αλλαγή στο σεξουαλικό προσανατολισμό. Έχουμε ήδη αναλύσει τις εγγενείς δυσκολίες στον ορισμό του σεξουαλικού προσανατολισμού, αλλά όπως και να επιλέξει κανείς να ορίσει αυτή την κατασκευή, φαίνεται ότι ο ορισμός θα συνδέεται με τη σεξουαλική συμπεριφορά, ταυτότητα ή έλξη. Ίσως μπορούμε να θεωρήσουμε αυτόν τον ισχυρισμό του Beckstead ως έναν ακόμη λόγο για να αφήσουμε στην άκρη την κατασκευή του σεξουαλικού προσανατολισμού στο πλαίσιο της έρευνας των κοινωνικών επιστημών, καθώς φαίνεται πως ό,τι κι αν αντιπροσωπεύει, συνδέεται μόνο χαλαρά ή και αντιφατικά με τα εμπειρικώς μετρήσιμα φαινόμενα.

Δεδομένων των πιθανοτήτων αλλαγής στη σεξουαλική επιθυμία και έλξη, που η έρευνα δείχνει ότι δεν είναι σπάνιες, οποιαδήποτε απόπειρα να συνάγουμε μια σταθερή, έμφυτη και αμετάβλητη ταυτότητα από ένα περίπλοκο και συχνά μεταβαλλόμενο μίγμα εσωτερικών φαντασιώσεων, επιθυμιών και έλξεων –σεξουαλικών, ρομαντικών, αισθητικών ή άλλων– είναι γεμάτη δυσκολίες. Μπορούμε να φανταστούμε, για παράδειγμα, έναν δεκαεξάχρονο έφηβου που ξετρελαμένος με ένα νεαρό άνδρα 20-τόσων ετών, αναπτύσσει φαντασιώσεις με επίκεντρο το σώμα και την κατασκευή του άλλου, ή ίσως κάποιες πτυχές ή δυνατά στοιχεία του χαρακτήρα του. Ίσως μια νύχτα σε ένα πάρτι, οι δυο τους να έχουν μια σωματική επαφή, με την καταλυτική βοήθεια του αλκοόλ και του γενικότερου κλίματος του πάρτι. Έπειτα αυτός ο νεαρός ξεκινά μια αγωνιώδη διαδικασία ενδοσκόπησης και αυτοεξερεύνησης με σκοπό να βρει απάντηση στο αινιγματικό ερώτημα «Μήπως είμαι γκέι;»

Η σύγχρονη έρευνα των βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών επιστημών δείχνει ότι αυτό το ερώτημα, τουλάχιστον όπως αυτό τίθεται, δεν έχει και πολύ νόημα. Απ’ όσα μπορεί να μας πει η επιστήμη, δεν υπάρχει τίποτα να ανακαλύψει αυτός ο νεαρός – κανένα δεδομένο της φύσης που πρέπει να το αποκαλύψει ή να το βρει θαμμένο μέσα του. Το τι «πραγματικά σημαίνουν» οι φαντασιώσεις του ή η περιπέτεια της μιας βραδιάς υπόκειται σε έναν αόριστο αριθμό ερμηνειών: ότι βρίσκει όμορφη την ανδρική μορφή, ότι ένιωθε μοναξιά και απόρριψη τη νύχτα του πάρτι και ανταποκρίθηκε στην προσοχή και το συναίσθημα του συντρόφου, ότι ήταν μεθυσμένος και επηρεασμένος από τη δυνατή μουσική και τα περιστρεφόμενα φώτα, ότι έχει όντως μια βαθιά σεξουαλική ή ρομαντική έλξη προς τους άλλους άνδρες, κ.λπ. Πραγματικά, μπορούν να συνεχιστούν στο διηνεκές οι ψυχοδυναμικές ερμηνείες αυτών των συμπεριφορών που παραθέτουν ασυνείδητους κινητήριους παράγοντες και εσωτερικές συγκρούσεις, στοιχεία εν πολλοίς ενδιαφέροντα αλλά ως επί το πλείστον αδύνατον να αποδειχθούν.

CC (BY) Nico Kalser

Αυτό που μπορούμε να πούμε με περισσότερη βεβαιότητα είναι ότι αυτός ο νεαρός είχε μια εμπειρία που έχει να κάνει με περίπλοκα συναισθήματα, ή ότι οδηγήθηκε σε μια σεξουαλική πράξη εξαρτημένη από πολλαπλούς περίπλοκους παράγοντες και ότι αυτές οι φαντασιώσεις, τα συναισθήματα ή οι σχετιζόμενες συμπεριφορές μπορεί να υπόκεινται (ή να μην υπόκεινται) σε αλλαγή καθώς μεγαλώνει και αναπτύσσεται. Αυτές οι συμπεριφορές θα μπορούσαν να γίνουν συνήθεια μέσω της επανάληψης και επομένως να γίνουν πιο σταθερές, ή μπορεί να εξαφανιστούν και να επανέρχονται σπάνια ή ποτέ. Η έρευνα των σεξουαλικών συμπεριφορών, της σεξουαλικής επιθυμίας και της σεξουαλικής ταυτότητας δείχνει ότι και οι δύο πορείες αποτελούν πραγματικές πιθανότητες.

Συμπέρασμα

Η έννοια του σεξουαλικού προσανατολισμού είναι ασυνήθιστα ασαφής συγκρινόμενη με άλλα ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Συνήθως, αναφέρεται σε τουλάχιστον ένα από τρία στοιχεία: τις έλξεις, τις συμπεριφορές ή την ταυτότητα. Επιπρόσθετα, έχουμε δει ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός αναφέρεται συχνά σε διάφορα άλλα πράγματα, οπως: η συμμετοχή σε μια συγκεκριμένη κοινότητα, οι φαντασιώσεις (διακρινόμενες κάπως από τις έλξεις), οι επιθυμίες, οι αγώνες, η αισθανόμενη ανάγκη για συγκεκριμένη μορφή συντροφικότητας κ.λπ. Είναι επομένως σημαντικό οι ερευνητές να είναι ξεκάθαροι ποιους από αυτούς τους τομείς μελετούν, και να θυμόμαστε τους συγκεκριμένους ορισμούς των ερευνητών όταν ερμηνεύουμε τα ευρήματά τους.

Επιπλέον, πέρα από το ότι ο όρος «σεξουαλικός προσανατολισμός» μπορεί να κατανοηθεί με πολλές διαφορετικές έννοιες, οι περισσότερες έννοιες αποτελούν από μόνες τους περίπλοκες ιδέες. Π.χ. η έλξη μπορεί να αναφέρεται σε μοτίβα σεξουαλικής διέγερσης ή σε ρομαντικά αισθήματα ή σε επιθυμία για συντροφικότητα ή σε άλλα πράγματα, και καθένα από αυτά τα πράγματα μπορεί να εμφανίζεται είτε σποραδικά και προσωρινά είτε επίμονα και μακροχρόνια, αποκλειστικά ή όχι, βαθιά ή επιφανειακά, κ.λπ. Για το λόγο αυτό, ακόμη και ο προσδιορισμός μιας από τις βασικές έννοιες του προσανατολισμού (έλξη, συμπεριφορά ή ταυτότητα) είναι ανεπαρκής για να αντιπροσωπεύσει το έντονα ποικιλόμορφο φαινόμενο της ανθρώπινης σεξουαλικότητας.

Σε αυτό το σημείο, έχουμε επικρίνει την κοινή υπόθεση ότι οι σεξουαλικές επιθυμίες, έλξεις και επιδιώξεις αποκαλύπτουν κάποιο έμφυτο και αμετάβλητο στοιχείο της βιολογικής και ψυχολογικής μας κατασκευής, μια σταθερή σεξουαλική ταυτότητα ή σεξουαλικό προσανατολισμό. Επιπλέον, ίσως έχουμε κάποιους λόγους να αμφιβάλλουμε για την κοινή πεποίθηση ότι, για να ζήσουμε μια χαρούμενη και επιτυχημένη ζωή, πρέπει κάπως να ανακαλύψουμε αυτό το έμφυτο στοιχείο για τον εαυτό μας που ονομάζουμε σεξουαλικότητα ή σεξουαλικό προσανατολισμό, και πάντοτε να το εκφράζουμε μέσω συγκεκριμένων μοτίβων σεξουαλικής συμπεριφοράς ή μιας συγκεκριμένης πορείας ζωής. Ίσως οφείλουμε αντ’ αυτού να σκεφτούμε τι είδους συμπεριφορές –στη σεξουαλική σφαίρα ή άλλού– τείνουν να είναι ευεργετικές για την υγεία και την ευημερία, και ποια είδη συμπεριφορών τείνουν να υπονομεύουν μια υγιή και ευτυχισμένη ζωή.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Έχει παρατηρηθεί ότι η συσχέτιση με μια ψυχολογική κατηγορία τείνει να οδηγεί σε ταύτιση και μίμηση της συμπεριφοράς που θεωρείται τυπική για την κατηγορία αυτή. Π.χ. ένας άνθρωπος που μαθαίνει ότι στα γιουνγκικά ευρετήρια προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από τον X τύπο θα προσπαθήσει να ταυτίσει τη συμπεριφορά του με τον τύπο αυτόν. Ένας άνδρας που ανακαλύπτει ότι στη θεωρία τύπων δεσμού τείνει να φέρεται αποφευκτικά, το πιθανότερο είναι να χρησιμοποιήσει τη θεωρία ως κάποιου είδους δικαιολογία για να συνεχίσει να είναι ακόμη περισσότερο αποφευκτικός. Μία γυναίκα που ανακαλύπτει ότι σύμφωνα με ορισμένες κατασκευές χαρακτηρίζεται ως λεσβία, θα αρχίσει να ζει πιο έντονα ως ομοφυλόφιλη, ακόμη κι αν η σεξουαλικότητά της είναι πολύ πιο πολυμορφική. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και με την ένταξη σε κοινωνικές ομάδες. Αν είμαι αναρχοσυνδικαλιστής, θα καλλιεργήσω μέσα μου το ταξικό μίσος. Αν αυτοπροσδιοριστώ ως γκέι, θα φέρομαι με μεγαλύτερη συνέπεια ως γκέι, σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Γι’ αυτό, στη θεραπευτική πράξη, ειδικά στην γνωστική συμπεριφορική θεραπεία, το πρόσωπο καλείται να εντοπίσει κίνητρα και συμπεριφορές τα οποία καλείται να μεταβάλλει και όχι ένα «σταθερό έμφυτο τύπο» με τον οποίο υπάρχει ο κίνδυνος να ταυτιστεί.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here