JHU: Καμία επιστημονική απόδειξη ότι οι άνθρωποι γεννιούνται ομοφυλόφιλοι ή διεμφυλικοί

0
CC (BY) Beatrice Murch

Διακεκριμένοι ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins στο Maryland κυκλοφόρησαν μία νέα έκθεση 143 σελίδων που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες επαρκείς επιστημονικές αποδείξεις, για να στοιχειοθετήσουν ότι τα ομοφυλόφιλα και διεμφυλικά πρόσωπα γεννιούνται με ένα συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό ή συγκεκριμένη αυτοαντίληψη ως προς το φύλο.

Σε μία τριμερή έκθεση, που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική έκδοση The New Atlantis, ο Lawrence Mayer, ερευνητής στο τμήμα Ψυχιατρικής του JHU και καθηγητής στατιστικής και βιοστατιστικής στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Αριζόνας, και ο Paul McHugh, καθηγητής ψυχιατρικής και επιστημών της συμπεριφοράς στο JHU, αντικρούουν τους κυρίαρχους ισχυρισμούς ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η δυσφορία ως προς το φύλο προκαλούνται από φυσικά χαρακτηριστικά.

Επιπλέον, οι μελετητές αμφισβητούν τον ισχυρισμό ότι οι διακρίσεις και ο κοινωνικός στιγματισμός είναι ο μόνος λόγος που όσοι βιώνουν ομόφυλες έλξεις ή μια διεμφυλική ταυτότητα υποφέρουν από υψηλότερα ποσοστά προβλημάτων ψυχικής υγείας.

Στο πρώτο μέρος, η έκθεση υποστηρίζει ότι είναι ανεπαρκείς οι υπάρχουσες αποδείξεις για να ισχυριστούμε ότι οι ετερόφυλες, ομόφυλες ή διεμφυλικές ταυτότητες αποτελούν εγγενές χαρακτηριστικό με το οποίο γεννιούνται οι άνθρωποι.

CC (BY-ND) torbakhopper
CC (BY-ND) torbakhopper

Η έρευνα ασχολείται λεπτομερώς με τις επιδημιολογικές μελέτες του παρελθόντος, που έχουν βρει μια μέτρια συσχέτιση μεταξύ αφενός των γενετικών παραγόντων και αφετέρου του σεξουαλικού προσανατολισμού και της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Ωστόσο, η έρευνα αναφέρει ότι αυτές οι μελέτες δεν έχουν καταφέρει να παράσχουν σημαντικές αποδείξεις που να «παραπέμπουν σε συγκεκριμένα γονίδια».

Η έκθεση επίσης εξετάζει άλλες αποδείξεις υποτιθέμενων βιολογικών αιτίων, όπως το προγεννητικό περιβάλλον και οι ορμόνες, αλλά συμπεραίνει ότι η αποδεικτική τους δύναμη είναι επίσης περιορισμένη.

Οι έρευνες των εγκεφάλων των ομοφυλοφίλων και των ετεροφυλοφίλων έχουν εντοπίσει κάποιες διαφορές, αλλά δεν έχουν καταδείξει ότι αυτές οι διαφορές είναι εγγενείς και όχι το αποτέλεσμα περιβαλλοντικών παραγόντων που επηρεάζουν τόσο τα ψυχολογικά όσο και τα νευροβιολογικά χαρακτηριστικά», αναφέρει η έκθεση. «Ένας περιβαλλοντικός παράγοντας που φαίνεται να σχετίζεται με τη μη-ετεροφυλοφιλία είναι η εμπειρία σεξουαλικής κακοποίησης κατά την παιδική ηλικία, που μπορεί επίσης να συμβάλλει και στα υψηλότερα επίπεδα ψυχικών διαταραχών.

Στην πραγματικότητα, υπάρχει κάποια απόδειξη που δείχνει ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι ρευστός.

Μία μελέτη από την Εθνική Διαχρονική Έρευνα Υγείας από την Εφηβεία μέχρι την Ενήλικη Ζωή κατέγραψε το σεξουαλικό προσανατολισμό παιδιών ηλικίας 7 έως 12 ετών το 1994-1995 και ξανά το 2007-2008, όταν πλέον ήταν νεαροί ενήλικες.

Η μελέτη βρήκε ότι το 80% των ανδρών, που είχαν αναφέρει έλξη προς το ίδιο φύλο ή και προς τα δύο φύλα κατά την παιδική τους ηλικία, αργότερα αυτοπροσδιορίζονταν ως αποκλειστικά ετεροφυλόφιλοι. Στο μεταξύ, περισσότερες από τις μισές γυναίκες που ως παιδιά είχαν αναφέρει έλξη προς αμφότερα τα φύλα ανέφεραν ότι ως ενήλικες έλκονταν αποκλειστικά από τους άνδρες.

CC (BY-NC-ND) Collin Mercer
CC (BY-NC-ND) Collin Mercer

Η διήκουσα ιδέα είναι πως ο σεξουαλικός προσανατολισμός είναι ρευστός, οι άνθρωποι αλλάζουν καθώς μεγαλώνουν», δήλωσε ο Mayer στην εφημερίδα Christian Post. «Πιθανόν να υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αυτοπροσδιορίζονταν ως ετεροφυλόφιλοι και αργότερα προσδιορίστηκαν ως ομοφυλόφιλοι, άρα αυτό λειτουργεί αμφίδρομα. Το σημαντικό είναι η ρευστότητα και η ευελιξία με την οποία αλλάζουν αυτά τα πράγματα μέσα στο χρόνο.

Η έκθεση αναλύει επίσης μελέτες που εστιάζουν στο βαθμό συμφωνίας στους διδύμους. Μία μελέτη που εξέτασαν οι ερευνητές ήταν μια έρευνα του 2010 από τον επιδημιολόγο της ψυχιατρικής Niklas Långström και τους συναδέλφους του, που ανέλυσαν 3.826 ομοζυγωτικά και ετεροζυγωτικά ζεύγη διδύμων του ίδιου φύλου.

Αναλύοντας τα ζεύγη των διδύμων όπου τουλάχιστον ο ένας δίδυμος ελκυόταν προς το ίδιο φύλο, η έκθεση ανακάλυψε ότι μόνο σε ένα κλάσμα των περιπτώσεων κατέληξαν και τα δύο δίδυμα να έλκονται από το ίδιο φύλο. Ο βαθμός συμφωνίας ήταν 18% στους ομοζυγωτικούς δίδυμους, 11% στους ετεροζυγωτικούς δίδυμους, 22% στις ομοζυγωτικές δίδυμες και 17% στις ετεροζυγωτικές δίδυμες.

«Συνοψίζοντας τις μελέτες σε διδύμους, μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη επιστημονική απόδειξη ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός καθορίζεται από τα γονίδια του ατόμου. Υπάρχει όμως απόδειξη ότι τα γονίδια παίζουν κάποιο ρόλο επηρεάζοντας το σεξουαλικό προσανατολισμό», εξηγεί η έρευνα. «Επομένως η ερώτηση ‘γεννιούνται έτσι οι ομοφυλόφιλοι;’ χρειάζεται διευκρίνιση. Δεν υπάρχει κυριολεκτικά καμία απόδειξη ότι οποιοσδήποτε, ομοφυλόφιλος ή ετεροφυλόφιλος, ‘γεννιέται έτσι’, αν αυτό σημαίνει ότι ο σεξουαλικός του προσανατολισμός προκαθορίζεται γενετικά. Όμως υπάρχουν αποδείξεις από τις μελέτες σε διδύμους ότι συγκεκριμένα γενετικά προφίλ πιθανόν να αυξάνουν την πιθανότητα το πρόσωπο να αυτοπροσδιοριστεί αργότερα ως ομοφυλόφιλος ή να εμπλακεί σε ομοσεξουαλική δραστηριότητα».

CC (BY) Fredrik Enestad
CC (BY) Fredrik Enestad

Στο τρίτο μέρος της έκθεσης, οι ερευνητές αναλύουν έναν αριθμό μελετών οι οποίες προσπαθούν να καταδείξουν το σύνδεσμο μεταξύ της διεμφυλικής ταυτότητας και των νευρολογικών διαφορών.

Αν και κάποιες μελέτες έχουν βρει ότι τα μοτίβα ενεργοποίησης του εγκεφάλου διαφέρουν στους ανθρώπους που προσδιορίζονται ως μέλη του αντίθετου βιολογικά φύλου, οι ερευνητές πιστεύουν ότι «αυτές οι μελέτες δεν παρέχουν επαρκείς αποδείξεις για την εξαγωγή βάσιμων συμπερασμάτων για την πιθανή σχέση μεταξύ ενεργοποίησης του εγκεφάλου και σεξουαλικής ταυτότητας ή σεξουαλικής διέγερσης. Τα αποτελέσματα είναι αντιφατικά και μπερδεμένα».

«Η ερώτηση δεν είναι απλά αν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των εγκεφάλων αφενός των διεμφυλικών προσώπων και αφετέρου των προσώπων που αυτοπροσδιορίζονται με το γένος που ανταποκρίνεται στο βιολογικό τους φύλο, αλλά αν η αυτοαντίληψη για το φύλο είναι ένα σταθερό, εγγενές και βιολογικό χαρακτηριστικό, ακόμη και αν αυτή δεν ανταποκρίνεται στο βιολογικό φύλο, ή αν περιβαλλοντικά ή ψυχολογικά αίτια συνεισφέρουν στην ανάπτυξη μιας αίσθησης ως προς την ταυτότητα του φύλου σε αυτές τις περιπτώσεις», υποστηρίζει η έκθεση. «Οι νευρολογικές διαφορές στους διεμφυλικούς ενήλικες μπορεί να είναι η συνέπεια βιολογικών παραγόντων όπως τα γονίδια ή η προγεννητική έκθεση σε ορμόνες, ή ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων όπως η παιδική κακοποίηση, ή μπορεί να είναι αποτέλεσμα ενός συνδυασμού και των δύο».

Δεν υπάρχει καμία σειριακή, διαχρονική ή αναμενόμενη έρευνα που να εξετάζει τους εγκεφάλους των παιδιών που προσδιορίζονται πέρα από το γένος τους και που φτάνουν αργότερα να προσδιοριστούν ως διεμφυλικοί ενήλικες», συνεχίζει η έκθεση. «Η απουσία αυτής της διερεύνησης περιορίζει σοβαρά την ικανότητά μας να κατανοήσουμε την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της μορφολογίας του εγκεφάλου ή της λειτουργικής του δραστηριότητας και της μετέπειτα ανάπτυξης μιας αυτοαντίληψης για το φύλο διαφορετικής από το βιολογικό φύλο.

CC (BY-NC-ND) philippe leroyer
CC (BY-NC-ND) philippe leroyer

Επιπροσθέτως, η έκθεση ασχολείται με τον ψυχολογικό προγραμματισμό που δέχονται τα παιδιά, ώστε να πιστεύουν ότι χρειάζεται να μπλοκάρουν την εφηβεία τους ή να κάνουν αλλαγή φύλου, για να αποφύγουν θέματα ψυχικής υγείας.

Η έκθεση παραπέμπει στην πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, για να δείξει ότι η επιμονή της δυσφορίας ως προς το φύλο στα παιδιά δεν παραμένει συχνά μέχρι την ενήλικη ζωή.

Σε εκ γενετής (βιολογικούς) άνδρες, η επιμονή της δυσφορίας ως προς το φύλο κυμαίνεται από 2,2 έως 30%, εξηγεί η έκθεση. Σε εκ γενετής γυναίκες, η επιμονή κυμαίνεται από 12 έως 50%. Τα επιστημονικά δεδομένα για την επιμονή της δυσφορίας ως προς το φύλο παραμένουν σποραδικά λόγω του πολύ μικρού επιπολασμού της διαταραχής στο γενικό πληθυσμό, αλλά το ευρύ φάσμα των ευρημάτων στη βιβλιογραφία υποδηλώνει ότι υπάρχουν ακόμη πολλά που δε γνωρίζουμε σχετικά με το γιατί η δυσφορία ως προς το φύλο επιμένει ή παύει στα παιδιά.

Από την Christian Post

Προηγούμενο άρθροΗ ψευδαίσθηση της ελευθερίας
Επόμενο άρθροΜη υγιείς σχέσεις με γυναίκες κατά την παιδική ηλικία
Ο Γιώργος είναι 30 ετών και ζει στη Θεσσαλονίκη. Βιώνει ομόφυλες έλξεις από την προεφηβική του ηλικία, αλλά αγωνίζεται να ευαρεστήσει στο Θεό με την προσευχή και την εγκράτεια. Δημιούργησε την παρούσα ταπεινή προσπάθεια με την ευχή του πνευματικού του.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here